VΛΕΞΙΚΑ · ΠΟΝΤΙΑΚΑLEXICONS · PONTICΠροσχέδιο υπό έλεγχο
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ · ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
μαναχότε
manachote
ΜΙΑ ΠΗΓΗ
Η ένδειξη μετρά πόσο ελέγχθηκε η λέξη, όχι πόσο συχνά λέγεται σήμερα.
Συλλογή και επιμέλεια του Kyriakos Gold, με σημασίες γραμμένες από τον ίδιο. Κάθε λήμμα τεκμηριώνεται από τις δημοσιευμένες πηγές που αναφέρει. Τα λήμματα δεν έχουν αξιολογηθεί ακόμη από τη συντακτική επιτροπή.
ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗμοναξιά
ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑloneliness
ΚΑΤΑΓΩΓΗΔεν τεκμηριώνεται από την πηγή
ΑΛΥΣΙΔΑ ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ
- ΤΟΠΟΣOf basin, eastern Pontus: source compilation; exact locality not securely assigned ΑΓΓΛΙΚΑ ΣΤΗΝ ΠΗΓΗ
- ΠΗΓΗ 1Peter Mackridge (2024 publication; 2023 volume), «Αθησαύριστο λεξιλόγιο από τον Σάραχο του Πόντου», Λεξικογραφικόν Δελτίον 27–28 (2023), pp. 11–64, p. 39, entry μαναχότε [source tag PM2] άνοιγμα
- ΣΥΛΛΟΓΗ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΕΣKyriakos Gold (2026), Ποντιακό Λεξικό. Συλλογή, επιμέλεια και σημασίες του συγγραφέα.
- ΠΡΟΦΟΡΑΗ πηγή δεν δίνει ΔΦΑ. Δεν τη συμπληρώνουμε από υπόθεση.
- ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΕΛΕΓΧΟΥPublished lexicographic witness; [source tag PM2] identifies the internal archive witness, not a second independent publication. ΑΓΓΛΙΚΑ ΣΤΗΝ ΠΗΓΗ
- ΙΔΙΑ ΣΗΜΑΣΙΑμαναχ̌ίαν · Μαναχ̌ίαν / Μαναχότε
PONT-V2-L-0437